Νοσταλγικές εικόνες από το παρελθόν της Φλώρινας φιλοξενεί κάθε Παρασκευή η στήλη "Παράθυρο στο παρελθόν" της εβδομαδιαίας εφημερίδος "Φωνή της Φλωρίνης " και συγκεκριμένα στο φύλλο με αριθμό κυκλοφορίας 3043/08.12.2023 ο εκδότης Σωτήριος Βόσδου, δημοσιεύει φωτογραφία συνοδευόμενη με το παρακάτω κείμενο :
ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΚΑΙ Η ΤΑΡΑΤΣΑ ΤΟΥ
Γράφει ο Παύλος Ηλιάδης, πολιτικός μηχανικός
Αναφέρομαι σε γεγονότα γύρω στο 1970 όπως τα έζησα στο χωριό της Άνω Καλλινίκης. Εκείνα τα χρόνια στο χωριό υπήρχαν τα εξής μαγαζιά: το παντοπωλείο του Σωτήρη Ταλιόπουλου, το καφενείο του Λάζαρου Σκοτάνη που διέθετε και ποδοσφαιράκι, το καφενείο του Παντελή Ιωαννίδη και το Καφέ -παντοπωλείο του Παντελή Μαυρόπουλου. Αυτό που ξεχώριζε ήταν το καφενείο του Παντελή Ιωαννίδη για τους παρακάτω λόγους που θα αναφέρω. Πολύ πιο παλιά το δούλευε σαν μπακάλικο ο Κώστας Φωτιάδης, πρόσφυγας από το γειτονικό Μοναστήρι, δεν το πρόλαβα σαν μπακάλικο μόνο αφηγήσεις από τους παλιούς. Το καφενείο ήταν στο κέντρο του χωριού. Εκεί υπήρχε το μοναδικό τηλέφωνο που ο χωριανοί το αποκαλούσαν κοινοτικό, ήταν το μόνο μέσο επικοινωνίας άμεσα με τον έξω κόσμο εκτός Καλλινίκης.
Το καφενείο είχε μια ταράτσα γύρω στα 25 τ.μ. που προστάτευε από την βροχή, το κρύο, το χιόνι, τον ήλιο και τους βορινούς ανέμους όσους κάθονταν κάτω από την ταράτσα. Το χωριό εκείνα τα χρόνια είχε μεγάλη μετανάστευση σε Αυστραλία, Καναδά, Γερμανία. Εκεί με μεγάλη λαχτάρα οι χωριανοί περίμεναν να εμφανιστεί ο ταχυδρόμος για να δουν αν έχουν λάβει γράμμα από τους συγγενείς τους. Τα συναισθήματα της αγωνίας, της χαράς ή της λύπης ήταν ζωγραφισμένα στα πρόσωπά τους, αν έρχονταν το γράμμα που περίμεναν. Εκεί συναντούσαν τον κατά κόσμο «Τζόνυ» να τους γράψει την διεύθυνση στο γράμμα, που ήθελαν να στείλουν στους συγγενείς τους πάντα αφιλοκερδώς μόνο με την καλή του διάθεση.
Δίπλα στην ταράτσα ήταν το Αγροτικό ιατρείο του χωριού που εξυπηρετούσε όμως και τα γειτονικά χωριά. Στο σημείο αυτό περίμεναν τον γιατρό να έρθει από την Φλώρινα να τους παρέχει τις πρώτες ιατρικές βοήθειες, να τους γράψει φάρμακα, να βρει λύση στο πρόβλημά τους ή να τους παραπέμψει να πάνε στο Γενικό Νοσοκομείο της Φλώρινας.
Μπροστά στο καφενείο ήταν η κεντρική στάση των Κ.Τ.Ε.Λ. Φλώρινας. Εκεί περίμεναν οι συγγενείς, αυτούς που έρχονταν από την Φλώρινα, που είχαν πάει για αγορές προϊόντων, να τους βοηθήσουν στη μεταφορά μια και το βάρος ήταν αρκετό και δύσκολο στο κουβάλημα. Άλλοι περίμεναν ποιος θα φέρει από την πόλη εφημερίδα ή περιοδικό για να πάρουν σειρά να διαβάσουν. Ορίζανε μια σειρά μεταξύ τους και μετά μια εβδομάδα να διάβαζες την εφημερίδα για αυτούς ήταν σημερινή εφημερίδα ή περιοδικό, που έλεγε φρέσκιες ειδήσεις.
Τα βράδια το καφενείο άνοιγε κανονικά όπως και τα άλλα καφενεία -μαγαζιά στο χωριό. Μαζεύονταν οι χωριανοί και συζητούσαν την καθημερινότητα τους με τα προβλήματα που προέκυπταν και μέσα από την συζήτηση έψαχναν λύσεις.
Ο γιός του Παντελή -Πέτρος- ήταν κυνηγός και μερικές φορές είχαν την τύχη για να πιούν τα ποτά τους -τα τσίπουρα και τις ρετσίνες- με συνοδεία από υπέροχους απλούς μεζέδες από πέρδικες, τρυγόνια και ορτύκια, τα οποία ήταν προσφορά από την κυνηγητικά παρέα του Πέτρου. Τα καλοκαίρια όσοι είχαν πάει στα ποτάμια για ψάρεμα έφερναν μεζέδες που ήταν ψάρια και καραβίδες από τα ποτάμια της περιοχής. Επίσης το καφενείο διάθετε και ΤΖΟΥΜΠΟΞ και όταν οι πιο νέοι έπιναν λίγο παραπάνω για να εκφράσουν τα πάθη τους έβαζαν τραγούδια στο ΤΖΟΥΜΠΟΞ να παίξει και μέσω του χορού εξέφραζαν την χαρά, την λύπη και τον έρωτα τους. Αυτό που ξεχώριζε περισσότερο, και ήταν κάτι το μαγικό, ήταν οι Κυριακές στη ταράτσα που διέθετε το καφενείο τον χειμώνα. Μαζευόντουσαν από ηλικίες οκτώ χρονών μέχρι σαράντα χρονών και έπαιζαν μπίλιες. Άκουγες φωνές ματόρ, οκάν, πέρτσετο και άλλες εκφράσεις του παιχνιδιού από σαραντάρηδες, τριαντάρηδες να μιλούν για κερασάκια γκαζοζέ μακαρονέ μπίλιες. Έπαιζαν μπίλιες πάνω στο τσιμέντο. Όλοι είχαν ένα σάλτι γυάλινο, εκτός από μερικούς που είχαν γύψινο και ήταν σε πλεονεκτική θέση, γιατί η γυάλινη μπίλια αναπηδούσε στο τσιμέντο και δεν έβρισκε το στόχο, ενώ η γύψινη μπίλια πήγαινε ευθεία και πετύχαινε πιο εύκολα τον στόχο. Έπαιζαν οι μεγάλοι για εμάς τα παιδιά τους μικρούς της παρέας. Στο παιχνίδι τους είχαν ένταση, λίγο ο εγωισμός θες, λίγο το ταξίδι της νιότης, που εκείνη τη στιγμή αισθανόντουσαν παιδιά, ήταν πολύ ενδιαφέρον για αυτούς. Όταν τελείωναν οι μεγάλοι το παιχνίδι, οι μικροί της παρέας, δηλαδή τα παιδιά, περίμεναν ανάλογα ποιος συγγενής τους κέρδισε και έπαιρναν το μερίδιο τους.
Το συναίσθημα ανάλογα τη μέρα άλλες φορές χαρά άλλες φορές λύπη.
Τώρα η ταράτσα δεν υπάρχει.
Οι εποχές έχουν αλλάξει, ζούμε στην εποχή της ταχύτητας, κανένας δεν έχει υπομονή.
Όλα αυτά για εμένα είναι μια τρυφερή παιδική ανάμνηση.
ΗΛΙΑΔΗΣ ΠΑΥΛΟΣ
Υ.Γ.: Η φωτογραφία είναι από τον Πέτρο Ιωαννίδη, γιο του Παντελή που είχε το καφενείο.
.jpg)





0 Σχόλια
Σχολίασε και εσύ για το θέμα αυτό ......!!!!!!!!
Θα σας παρακαλούσα να είστε κόσμιοι στους χαρακτηρισμούς σας, επειδή είναι δυνατόν επισκέπτες του ιστολογίου να είναι και ανήλικοι.
Τα σχόλια στα blogs υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.