Κασαπίδης Γεώργιος

                      Κοζάνη, 13 Ιανουαρίου 2026

 

Η λάμψη της κάλπικης όψης της Mercosur, φωτίζει το δρόμο της εξόδου των αγροτών από την αγροτική παραγωγή και την ελληνική ύπαιθρο.


Η επιβολή οικονομικών υποχρεώσεων στην Ε.Ε. και δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα από τον πρόεδρο της Αμερικής καθώς και η επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, επιτάχυναν  τις διεργασίες είκοσι πέντε ετών, εξωθώντας την Ε.Ε. στη σύναψη της εμπορικής συμφωνίας με τις χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη).


Η σταδιακή κατάργηση των δασμών στις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές, ευνοεί τον βιομηχανικό  και αδικεί τον αγροτικό τομέα της Ευρώπης. Διευκολύνει τις Ευρωπαϊκές εξαγωγές αυτοκινήτων, μηχανημάτων, χημικών προϊόντων, γαλακτοκομικών και ποτών ενώ αντίστοιχα διευκολύνει τις εξαγωγές προς την Ευρώπη κυρίως αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών που παράγονται χωρίς ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας, στις χώρες της Mercosur.


Αναμφισβήτητα είναι μια βαθειά ανάσα για τις εξαγωγές της Ευρώπης, στην κρίσιμη χρονική περίοδο των τελευταίων ετών και αποτελεί τη μία όψη του νομίσματος.

 Αυτή, της δημιουργίας ζώνης ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών 700,0 εκ. κατοίκων, όπου ήδη 30,0 χιλιάδες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εξάγουν  αξίας 84,0 δις €, υπηρεσίες και προϊόντα, υποστηρίζοντας περί τις 756,0 χιλιάδες θέσεις εργασίας στην Ευρώπη. Μεγάλοι ευνοημένοι οι κλάδοι της βιομηχανίας και των μεταφορών.


Το μεγαλύτερο όμως διακύβευμα, που αποτελεί την άλλη, την κάλπικη όψη του νομίσματος, είναι η στρέβλωση του υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά των αγροτικών προϊόντων της φιλελεύθερης και πράσινης κατά τα άλλα Ευρώπης.

Η Mercosur «επιβάλλει» στους ευρωπαίους αγρότες να παράγουν υπό καθεστώς αθέμιτου ανταγωνισμού, στην ενιαία αγορά της, με τα αντίστοιχα προϊόντα των συναδέλφων τους της Λατινικής Αμερικής.  


Αρκεί και μόνο που οι όροι καλλιέργειας στις χώρες αυτές, είναι πολύ ελαστικοί σε σχέση με τους αυστηρότερους που θέτει η Ε.Ε., να είναι εκ των προτέρων χαμένη υπόθεση της αγροτικής παραγωγής για τους Ευρωπαίους αγρότες. Οι οποίοι καλούνται να καλλιεργούν τα χωράφια τους και να εκτρέφουν τα ζώα τους στις χώρες της Ε.Ε., με αυστηρά πρότυπα προστασίας της υγείας των καταναλωτών, της ευζωίας των ζώων και της προστασίας του περιβάλλοντος, κάτι που δεν ισχύει ούτε κατά το ελάχιστο στις χώρες της Mercosur.


Η επιτροπή αποφάσισε να εξετάσει αργότερα, τη διευθέτηση του θέματος με δίκαιο και ισότιμο τρόπο, παρά τις ενστάσεις από τις περισσότερες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, για την πρακτική εφαρμογή και έλεγχο των αντίστοιχων μέτρων. Μόνον η Γαλλία όμως έθεσε το θέμα ως «αδιαπραγμάτευτο όρο» και δεν στήριξε τη συμφωνία, μαζί με πέντε άλλες χώρες.

Η θεώρηση επίσης της έλευσης φθηνότερων προϊόντων από τη Νότια Αμερική για τους ευρωπαίους καταναλωτές, προσκρούει στο γεγονός της καλλιέργειας και παραγωγής τους, με χρήση απαγορευμένων στην Ε.Ε. φυτοφαρμάκων και με τη χρήση πλήρως μεταλλαγμένων σπόρων και φυτών που η Ευρώπη επίσης απαγορεύει.

Δηλαδή δύο μέτρα και δύο σταθμά, στην ίδια αγορά, αλλά εις βάρος της υγείας των καταναλωτών, του περιβάλλοντος και της οικονομίας των παραγωγών της Ευρώπης.

Την ίδια στιγμή, οι όροι εργασίας των εργατών γης στις χώρες εκείνες και οι αμοιβές δεν έχουν καμία σχέση με τους αντίστοιχους στην Ευρώπη. Άρα φθηνότερα, πιο επικίνδυνα και πιο "άδικα" προϊόντα θέλουν να αποδεχτούμε να έρχονται χωρίς δασμούς στην Ε.Ε., γιατί;;

Γιατί άραγε; Μήπως δεν είναι γνωστά όσα προαναφέρονται; Ή μήπως δε γίνεται αντιληπτό ότι καταστρατηγείται ο υγιής ανταγωνισμός και ευνοείται η νοθεία και ο  αθέμιτος ανταγωνισμός και μάλιστα σε μια τόσο μεγάλη εμπορική συμφωνία;

Γιατί κλείνουμε τα μάτια σε αυτές τις ζωντανές απειλές της υγείας μας, της οικονομίας μας, του περιβάλλοντος, της γεωργικής μας παραγωγής και των γεωργών μας, που είτε άμεσα είτε έμμεσα θα μας πλήξουν καίρια; Τότε όμως θα είναι πολύ αργά, και θα είναι υπεύθυνοι όσοι δεν αντέδρασαν σε αυτήν την αδικία.

Η Ευρώπη οφείλει να σταθεί στο ύψος της και να αντισταθεί στις ασύμμετρες πιέσεις που δέχεται, όχι με εκπτώσεις ηθικής στην ιδεολογία της, ούτε με εκπτώσεις στους αυστηρούς κανονισμούς της για την προστασία της υγείας των πολιτών της, της ποιότητας των προϊόντων της, της ευζωίας των ζώων και του περιβάλλοντος. Δεν μπορεί να έλθει σε αντίθεση με τις ιδρυτικές της διακηρύξεις, με τον ίδιο της τον εαυτό.

Είναι λυπηρό για την Ευρώπη να μην υπάρχουν ηγέτες που προασπίζονται σθεναρά αυτές τις θεμελιώδεις αξίες της ισονομίας και της ισοτιμίας. Αυτές τις αλήθειες.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται ακόμα μία φορά, με τις εξαγωγικά προσανατολισμένες βιομηχανικές χώρες της Ε.Ε., να θυσιάζουν τον αγροτικό τομέα ιδίως του νότου, για την προώθηση των δικών τους προϊόντων τους.

Ας μην αναφέρονται και ορισμένοι σε χώρες του ευρωπαϊκού νότου που στηρίζουν τη συμφωνία Ε.Ε. – Mercosur, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, γιατί δεν θα μπορούσαν να αντιτίθονταν στα δικά τους συμφέροντα, στις πρώην αποικίες τους.

Όλα αυτά, εμείς εδώ στην Ελλάδα, τα βλέπουμε πως εφαρμόζονται στην πράξη, με γειτονικές μας τρίτες χώρες, με τις οποίες η Ευρώπη έχει διμερείς συμφωνίες. Από τις χώρες αυτές (Τουρκία, Αίγυπτο, Μαρόκο, Ουκρανία) εισάγονται φθηνά αλλά χαμηλότερων προδιαγραφών ποιότητας αγροτικά προϊόντα, τα οποία εκτοπίζουν τα ελληνικά ακόμα και από την ελληνική αγορά.

Τουλάχιστον ως χώρα, οφείλουμε να θέτουμε στα ευρωπαϊκά όργανα, τη ρήτρα προσαρμογής της αγροτικής παραγωγής των χωρών αυτών στα ευρωπαϊκά πρότυπα και όχι να περιοριζόμαστε αμυνόμενοι με ελεγκτικές διαδικασίες και μηχανισμούς.

Επιπρόσθετα, ως Ελλάδα, ακόμα δεν έχουμε λύσει με θεσμικό τρόπο και τεχνικοοικονομικούς όρους το αγροτικό μας ζήτημα, για να λειτουργούμε με ισότιμους όρους υγιούς ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά. Αν το πετύχουμε, με βαθιές τομές και μεταρρυθμίσεις, τότε θα μπορούμε να αναμετρηθούμε με αξιώσεις εμπορικά, με τους Λατινοαμερικάνους παραγωγούς και άλλους.

Εν κατακλείδι, η Ελλάδα οφείλει να προστατεύσει τους Έλληνες αγρότες, από τη λάμψη της κάλπικης όψης της  συμφωνίας και τις συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού που δημιουργεί και να μην την ψηφίσει, θέτοντας ως αδιαπραγμάτευτο όρο, τη θέσπιση των ευρωπαϊκών προτύπων παραγωγής αγροτικών προϊόντων, στις χώρες της MERCOSUR, ούτε να την επικυρώσει η Ελληνική Βουλή, μέχρι να αποκατασταθεί το «επί ίσοις όροις». Ταυτόχρονα οφείλει να αναθεωρήσει και τη θέση της, για την άλλη μεγάλη αδικία στην Ευρωπαϊκή συμφωνία της CETA με τον Καναδά με επίμαχο προϊόν τη ΦΕΤΑ, πριν έρθει προς επικύρωση στο Εθνικό Κοινοβούλιο. Διαφορετικά, θα συνυπογράψει το κύκνειο άσμα της γεωργίας και κτηνοτροφίας μας και της ελληνικής υπαίθρου.