Ο νέος υπερδιπλασιασμός της τιμής του φυσικού αερίου μέσα σε μόλις δυο ημέρες απέδειξε την πλήρη αποτυχία της πολιτικής που αντικατέστησε άρον-άρον τον ΕΛΛΗΝΙΚΟ λιγνίτη με ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΟ φυσικό αέριο. Όπως βλέπουμε στο διάγραμμα, στα 65,5€/MWh βρέθηκε το πρωί της Τρίτης 3/3/2026 η τιμή στο Ολλανδικό Χρηματιστήριο, όταν την Παρασκευή 27/2 είχε κλείσει στα 31,96.
Το Σεπτέμβριο 2019 ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε από τη Νέα Υόρκη την πλήρη απολιγνιτοποίηση της χώρας για το 2028. Ωστόσο, μόλις το Φεβρουάριο 2021 και εν μέσω των εγκλεισμών της «πανδημίας», η ΔΕΗ είχε ζητήσει από τον ΑΔΜΗΕ να κλείσει ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ των λιγνιτικών μονάδων από τον Αύγουστο 2021! 7 χρόνια νωρίτερα!
Ο ΑΔΜΗΕ αρνήθηκε, καθώς θα έμπαινε σε κίνδυνο η ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας. Ευτυχώς, καθώς στο τέλος Μαΐου 2021 ξεκίνησε η άνοδος της τιμής φυσικού αερίου και τον Οκτώβριο 2021 ξεκίνησαν οι κυβερνητικές επιδοτήσεις στους παρόχους, πολύ πριν τη Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Τον Ιούλιο 2022 έντρομος ο πρωθυπουργός από την απίστευτη εκτόξευση της τιμής του φυσικού αερίου έτρεχε να ανακοινώσει επιστροφή στο λιγνίτη. Μας έλεγαν μάλιστα πως θα δουλεύουν στο φουλ επτά (7) λιγνιτικές μονάδες.
Σύμφωνα με την κυβέρνηση, πάνω από 10 δισεκατομμύρια μας είχε κοστίσει η αποτυχημένη πολιτική, που προκάλεσε την προηγούμενη κρίση τιμών φυσικού αερίου. Δισεκατομμύρια που δεν προέκυψαν από λεφτόδεντρα, αλλά από τις τσέπες μας.
Λιγότερο από τρία χρόνια μετά είμαστε στο ίδιο έργο θεατές. Η τιμή του ηλεκτρισμού καθορίζεται από την τιμή του φυσικού αερίου, οπότε οι καταναλωτές θα πρέπει να περιμένουμε ξανά εξωφρενικά υψηλούς λογαριασμούς. Κι επειδή κάθε παρόμοια κρίση γεννά ευκαιρίες αχαλίνωτης κερδοσκοπίας, η κυβέρνηση για ακόμα μια φορά θα επιδοτήσει απ’ τον κρατικό προϋπολογισμό τους παρόχους, προκειμένου να μας εμφανίζουν «μειωμένους» λογαριασμούς. Χρεώνοντας βεβαίως όσο θέλουν.
Ωστόσο, όσοι έχουμε ζήσει τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973, του 1979 και του 2008 ξέρουμε πολύ καλά πως σε κάθε κρίση οι κυβερνήσεις πρόσθεταν και νέες λιγνιτικές μονάδες. Σε κάθε κρίση οι εκάστοτε κυβερνήσεις στρέφονταν στον ΕΛΛΗΝΙΚΟ λιγνίτη, προκειμένου να προστατέψουν τη χώρα από τις συνέπειες των διεθνών αναταραχών. Στη σημερινή συγκυρία τι ακριβώς θα προστατέψει τη χώρα; Όχι βέβαια τα χρυσοπληρωμένα με πολλά δισεκατομμύρια αιολικά και φωτοβολταϊκά, παρόλο που τα έργα σε λειτουργία μέχρι και τον Φεβρουάριο 2026 (17,9GW) έχουν ήδη ξεπεράσει τους στόχους του 2030 (14,7GW)!
Ήδη τον Ιούλιο 2021, στη διαβούλευση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας «επί του Σχεδίου εφαρμογής για τον μετασχηματισμό της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (Market Reform Plan for Greece)» είχα επισημάνει πως «Η αγορά πάσχει θεμελιωδώς επειδή πρόκειται για αγορά ελάχιστων εναλλακτικών επιλογών, ουσιαστικά είναι μια ολιγοπωλιακή κατάσταση στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής. Δεδομένου ότι με πολιτικές επιλογές μετά τα πυρηνικά και το λιθάνθρακα αποκλείστηκε και ο εγχώριος λιγνίτης, ως αξιόπιστες εναλλακτικές επιλογές έχουν απομείνει η εξής μία, το φυσικό αέριο. Ένα 100% εισαγόμενο ορυκτό καύσιμο, απ’ το οποίο θεωρητικά υποτίθεται πως πρέπει ν’ απεξαρτηθούμε το συντομότερο!» Δυστυχώς, στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.
Όπου υπάρχει επισφαλής τροφοδοσία, η κερδοσκοπία παραμονεύει. Τι μπορούμε να κάνουμε, χωρίς να περιμένουμε σωτηρία απ’ αυτούς που μας χρεοκόπησαν το 2010 και τώρα μας πάνε από κρίση σε κρίση; Μια απάντηση υπάρχει στην Κοινοτική Οδηγία 2024/1711, που θεσπίστηκε τον Ιούνιο 2024: «Τα μικροηλιακά συστήματα με ρευματολήπτη ισχύος θα μπορούσαν μαζί με άλλα συστήματα και τεχνολογίες να συμβάλλουν στην αύξηση της υιοθέτησης της ανανεώσιμης ενέργειας και της συμμετοχής των πολιτών στην ενεργειακή μετάβαση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να προωθήσουν την εισαγωγή των εν λόγω συστημάτων για τη μείωση του διοικητικού και τεχνικού φόρτου.» Η Οδηγία λοιπόν λέει πως «Τα κράτη μέλη δύνανται να προωθούν την εισαγωγή μικροηλιακών συστημάτων με ρευματολήπτη ισχύος έως 800 W εντός και επί των κτιρίων» κι αυτά είναι τα περίφημα «φωτοβολταϊκά μπαλκονιού», απ’ τα οποία έχει γεμίσει εδώ και 3 χρόνια η Γερμανία, καθώς τα προώθησε μειώνοντας το ΦΠΑ στο 0%. Ίδιος συντελεστής ΦΠΑ 0% ισχύει σε Αυστρία, Ολλανδία, Κροατία, Ιρλανδία, κλπ. Αλλά στην Ελλάδα είναι 24% και η κυβέρνηση σφυρίζει αδιάφορα. Περίπου όπως κρατά πεισματικά χαμηλά και την αγορά φωτοβολταϊκών στέγης, προκειμένου όλοι να είμαστε όμηροι των παρόχων.
Το Μάρτιο 2025 η Κομισιόν έστειλε στην Ελλάδα προειδοποιητική επιστολή για τη μη ενσωμάτωση κάποιων διατάξεων της Οδηγίας στο Εθνικό Δίκαιο, αναφέροντας πως «Οι νέοι κανόνες, οι οποίοι καταρτίστηκαν μετά την απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας και συμφωνήθηκαν πέρσι από τα κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έχουν ως στόχο να καταστήσουν τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας πιο σταθερές και λιγότερο εξαρτημένες από την τιμή των ορυκτών καυσίμων, προς όφελος των καταναλωτών. Η εφαρμογή της νομοθεσίας είναι καθοριστική ώστε το ενεργειακό κόστος που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαίοι καταναλωτές (νοικοκυριά και επιχειρήσεις) να αντικατοπτρίζει περισσότερο το φθηνότερο κόστος της παραγωγής ενέργειας μέσω ανανεώσιμων πηγών και οι τιμές να είναι πιο προβλέψιμες.» Δυστυχώς και σ’ αυτόν τον τομέα η κυβέρνηση φαίνεται να σφυρίζει αδιάφορα, όπως έταξε μέτρα ελάφρυνσης του ενεργειακού κόστους στη βιομηχανία και την άφησε στο περίμενε. Ωστόσο κανείς δεν πρέπει να ξεχνά πως το Κοινοτικό Δίκαιο υπερισχύει του Ελληνικού.
Μικρή λεπτομέρεια: η πρωθυπουργός της Ιταλίας Μελόνι ανακοίνωσε πρόσφατα πρόθεση να πληρώνει το κόστος δικαιωμάτων εκπομπών CO2 στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο, επειδή η Ιταλία αέριο έχει κι αυτό θέλει να επιδοτήσει, προκειμένου να μειώσει το κόστος ηλεκτρισμού. Πώς θα ήταν οι τιμές ηλεκτρισμού στην Ελλάδα αν η κυβέρνηση δεν έκλεινε το λιγνίτη, αλλά επιδοτούσε το κόστος δικαιωμάτων εκπομπών κι όχι τους παρόχους ;






0 Σχόλια
Σχολίασε και εσύ για το θέμα αυτό ......!!!!!!!!
Θα σας παρακαλούσα να είστε κόσμιοι στους χαρακτηρισμούς σας, επειδή είναι δυνατόν επισκέπτες του ιστολογίου να είναι και ανήλικοι.
Τα σχόλια στα blogs υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.