Ποιός κάνει αντιπολίτευση στην Ελλάδα του σήμερα;


του Γεώργιου Τσίπη
αρχαιολόγου και σπουδαστή ΙΕΚ


Δυστυχώς επτωχεύσαμεν και από αντιπολιτευόμενες φωνές, καθώς ζούμε στην χώρα στην οποία ένας κυβερνητικός βουλευτής μπορεί να βάλει κάτω όλη την κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική αριστερά, αυτήν που διαχρονικά (και δικαίως σε μεγάλο βαθμό) ταυτίζουμε με τον ρόλο της αντιπολίτευσης. Σαφέστατα φυσικά αναφέρομαι στον πρώην πρωθυπουργό και βουλευτή Μεσσηνίας, Αντώνη Σαμαρά. Χωρίς την παραμικρή αρνητική προδιάθεση απέναντι στο ΚΚΕ, που είχε την μοναδική σοβαρή στάση στο κοινοβούλιο κατά τις τελευταίες συνεδριάσεις, την μοναδική ανάμεσα σε όλα τα κόμματα, αριστερά, κεντρώα και δεξιά, και που όμως δεν έχει να προσφέρει τίποτα καινούριο στην δημόσια συζήτηση, ούτε και να χάσει κάτι, αναγνωρίζω δημοσίως ότι ο Αντώνης Σαμαράς ήταν ο μόνος που επανέφερε από το βήμα της βουλής τον ορισμό της αντιπολίτευσης. Αντιπολίτευση σημαίνει να ρισκάρεις και να συγκρούεσαι, όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως βασική σου αποστολή. Αντιπολίτευση σημαίνει να ψάχνεις να βρεις τα μελανά σημεία μιας διοίκησης και να τα αναδεικνύεις, όχι να επικροτείς τα θετικά. Διότι μια κυβέρνηση δεν θα βελτιωθεί από την θετικολογία (φυσικά ούτε και από την καταστροφολογία), και εν πάση περιπτώσει όταν εμείς ψηφίζουμε αντιπολίτευση, ψηφίζουμε κάποιον που θέλουμε να μάχεται για εμάς. Δεν ψηφίζουμε επαγγελματίες αντιπολιτευόμενους, για να σταθμίζουν τον ρόλο τους με βάση την αρχή πολιτικού κόστους-οφέλους και αναλόγως να αντιπολιτεύονται.


Κάποιοι θα πουν ή θα σκεφτούν ότι η ομιλία Σαμαρά ήταν κατά παραγγελία, κοινώς στημένη. Εδώ που φτάσαμε, αλλά και γενικά στην πολιτική, όλα είναι ανοιχτά. Το πιο στέρεο επιχείρημα που θα μπορούσε να κινητοποιήσει κανείς για να υποστηρίξει μια τέτοια άποψη, είναι ότι εφόσον ο Σαμαράς έχει τόσες πολλές και τόσο βαθιές διαφωνίες με το κόμμα του, και εφόσον έχει ή μπορεί να πάρει και άλλους κυβερνητικούς βουλευτές μαζί του, γιατί δεν αποσύρει την εμπιστοσύνη του προς την κυβέρνηση; Πρώτον, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τί εξελίξεις θα έχει για την κυβέρνηση και για την ΝΔ συνολικά το νομοσχέδιο που την δίχασε πολιτικά. Οι ευρωεκλογές πλησιάζουν και μπορεί κάλλιστα η ομάδα των διαφωνούντων να περιμένει το εκλογικό αποτέλεσμα, για να χτυπήσει αμέσως μετά. Μπορεί δηλαδή ένα πρώτο χτύπημα να επιχειρηθεί εσωτερικά, με το να κατευθυνθεί η ομάδα αυτή και οι υποστηρικτές της σε κάποιο άλλο κόμμα, ως προς την ψήφο τους στις ευρωεκλογές. Με αυτόν τον τρόπο θα επιβεβαιώσουν επίσης ότι είναι σε θέση να κατευθύνουν τις ψήφους που τους αναλογούν εκεί όπου αυτοί επιθυμούν. Το βέβαιο είναι ότι η ΝΔ θα έχει απώλειες στις ευρωεκλογές, αλλά το διακύβευμα είναι το πού θα κατευθυνθούν αυτές οι απώλειες (αν και με την αποσύνθεση της αριστεράς, είναι σχεδόν σίγουρο προς τα πού θα κατευθυνθούν), και κυρίως πώς θα ερμηνευθούν από την ηγεσία του κόμματος. Δεύτερον, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι προφανώς και ο Σαμαράς ενδιαφέρεται πρωτίστως για την υστεροφημία του (θέμα επιβίωσης δεν έχει, ούτως ή άλλως), οπότε πρώτα θα καθίσει κάτω και θα διαβουλευθεί με διάφορους ειδικούς συμβούλους και πολιτικούς ομοϊδεάτες του, και μετά θα προχωρήσει σε μια τόσο σοβαρή κίνηση (αν τελικά προχωρήσει). Τρίτον, η ομάδα αυτή μπορεί να ενδιαφέρεται να θέσει θέμα ηγεσίας και όχι εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση. Είναι και αυτό ένα σοβαρό μήνυμα, που όμως δεν αφορά άμεσα την κοινωνία.


Σε κάθε περίπτωση, ο Αντώνης Σαμαράς τοποθετήθηκε στην Ολομέλεια, στις 15 Φεβρουαρίου, με τρόπο καθαρά πολιτικό. Η ομιλία του ήταν δείγμα πολιτικού λόγου με αρχή, μέση και τέλος. Οι θέσεις του ήταν τεκμηριωμένες νομικά και ισχυρές αντιπολιτευτικά, και εδώ γελάμε φυσικά (αν και πικρά), γιατί ξαναθυμόμαστε ότι ο Σαμαράς δεν εκλέχθηκε για να κάνει αντιπολίτευση. Ο Σαμαράς είναι βουλευτής της συμπολίτευσης, που έχει ρόλο να αναδεικνύει τα θετικά σημεία της κυβέρνησης, ακριβώς δηλαδή το αντίθετο από αυτό που καλείται να κάνει η αξιωματική και η ελάσσονα αντιπολίτευση (και που δεν το κάνει, πλην του ΚΚΕ σε ορισμένες περιπτώσεις). Και χωρίς να έχω τέτοια υποχρέωση, δηλώνω δημοσίως ότι δεν εκτιμώ καθόλου τον Αντώνη Σαμαρά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αδυνατώ να αναγνωρίσω το προφανές. Το μισό ΠΑΣΟΚ είναι σήμερα στην κυβέρνηση, όπως και στο παρελθόν έχει συγκυβερνήσει με το ίδιο κόμμα. Συνεπώς το ΠΑΣΟΚ έχει τεράστια ευθύνη για τις μετακινήσεις των στελεχών του, είτε προς τα δεξιά, είτε προς τα αριστερά, που σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να πείσει για την αντιπολιτευτική του διάθεση και πολιτική ικανότητα. Και δικαίως. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου και το πολιτικό της μόρφωμα, από την άλλη, ίσως να έχει μια κάποια σχετική προδιάθεση, αλλά στα σοβαρά δεν λαμβάνεται υπ' όψιν, όταν η πρώην Πρόεδρος της Βουλής σχηματίζει από το βήμα χεράκια καρδούλες, ενώ επίσης τοποθέτησε σε εκλόγιμη θέση του ψηφοδελτίου της τον σύντροφό της, αφήνοντας απ' έξω όλους αυτούς που η ίδια αποκαλεί κοινωνία των πολιτών, την οποία καλεί συγχρόνως να μην απέχει από την κοινωνική μάχη. Δύο επίσης από τους βουλευτές που την εγκατέλειψαν έχουν σχέση συγγενική (και παραμένουν βουλευτές), μια ξεκάθαρη σύγκρουση συμφερόντων που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη της κ. Κωνσταντοπούλου να ελέγχει απόλυτα την κοινοβουλευτική της ομάδα. Για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν συζητάμε καν, όπως δεν συζητάμε για τα κόμματα δεξιότερα της ΝΔ. Η Νέα Αριστερά, τέλος, είναι νέα και δεν θα την κρίνουμε ακόμα, γιατί μπορεί και να έχει κάτι θετικό να μας δώσει, αλλά προς το παρόν φαίνεται να κινείται στην γραμμή Τσίπρα. Γενικώς η αντιπολίτευση στην Ελλάδα του σήμερα είναι επιτυχημένη σε ένα και μόνο πράγμα: στο να μην κάνει αντιπολίτευση.